Η ΜΕ δεν είναι ψυχική νόσος

Η ME συχνά συγχέεται λανθασμένα με ψυχική νόσο. Επιπλέον, ένα μέρος των γιατρών και θεραπευτών αποδίδει λανθασμένα την εμφάνιση και τη χρονιότητά της ασθένειας σε ψυχικούς ή ψυχοσωματικούς παράγοντες (Thoma, 2024; Weir, 2021).

Η σαφής διαφοροδιάγνωση από ψυχικές διαταραχές, όπως η κατάθλιψη ή το burn-out, είναι κρίσιμη, ώστε να αποφεχθούν λάθος διαγνώσεις και ακατάλληλες θεραπείες. Παρόλο που και στις δύο περιπτώσεις εμφανίζονται κόπωση και διαταραχές ύπνου, ένα βασικό χαρακτηριστικό που διαφοροποιεί την ME είναι η επιδείνωση μετά από σωματική ή πνευματική προσπάθεια (post-exertional malaise, PEM). Σε αντίθεση με την κατάθλιψη ή το burn-out, όπου υπάρχει έντονη μείωση κινήτρου και ενεργητικότητας, τα άτομα με ME συνήθως διατηρούν τη διάθεση και τη θέλησή τους. Ωστόσο, η υπερπροσπάθεια (π.χ. μέσω άσκησης ή ενεργοποιητικών παρεμβάσεων αποκατάστασης) μπορεί να επιδεινώσει σημαντικά την κατάστασή τους, ενώ στα άτομα με κατάθλιψη ή burn-out τέτοιες παρεμβάσεις συχνά βοηθούν (Vink, 2019; Grande, 2023). Για αυτόν τον λόγο, στην ME η βασική προσέγγιση είναι το “pacing”, δηλαδή η προσεκτική διαχείριση της ενέργειας, και όχι η ενεργοποίηση. Παρεμβάσεις που βασίζονται στην αύξηση της δραστηριότητας μπορούν να επιδεινώσουν σοβαρά και μόνιμα την κατάσταση (NICE, 2021; Bested, 2015; Appelman, 2024.

Ψυχολογικοί παράγοντες μπορεί να επηρεάσουν την πορεία της νόσου, όπως συμβαίνει και σε πολλές άλλες σοβαρές σωματικές ασθένειες. Ωστόσο, δεν αποτελούν την αιτία. Αντίθετα, εξαιτίας της έλλειψης σωστής ιατρικής φροντίδας, του στιγματισμού και της κοινωνικής απομόνωσης, μπορεί να εμφανιστούν δευτερογενώς ψυχικές επιβαρύνσεις, όπως τραυματικές εμπειρίες ή καταθλιπτικά συμπτώματα (McManimen, 2018; Chu, 2021). Η ψυχοθεραπεία μπορεί να βοηθήσει υποστηρικτικά στην αντιμετώπιση των σοβαρών περιορισμών και των κοινωνικών συνεπειών της νόσου, αλλά δεν αποτελεί θεραπεία για την ίδια την ME (Grande, 2023).