Κριτήρια διάγνωσης

Η M.Ε. δεν αποτελεί απλώς «διάγνωση αποκλεισμού». Η παρουσία συγκεκριμένων συμπτωμάτων, με χαρακτηριστική δυναμική και χρονική εξέλιξη, είναι καθοριστική (Committee on the Diagnostic Criteria for Myalgic Encephalomyelitis/Chronic Fatigue Syndrome; Carruthers et al., 2003). Η διάγνωσή της είναι κλινική και προκύπτει από τη συνολική αξιολόγηση της χαρακτηριστικής συμπτωματολογίας, της χρονικής της εξέλιξης και της επίδρασής της στη λειτουργικότητα, σε συνδυασμό με τον αποκλεισμό άλλων παθολογικών καταστάσεων (CDC; Carruthers et al., 2003).

Η διαγνωστική προσέγγιση απαιτεί:

  • προσεκτική λήψη ιστορικού
  • αξιολόγηση της χρονικής εξέλιξης και της βαρύτητας των συμπτωμάτων
  • εκτίμηση της λειτουργικής επιβάρυνσης
  • αποκλεισμό άλλων παθολογικών καταστάσεων με παρόμοια κλινική εικόνα

Για τη διάγνωση απαιτείται η παρουσία των συμπτωμάτων για ≥ 6 μήνες στους ενήλικες και ≥ 3 μήνες στα παιδιά (Carruthers et al., 2003; CDC

Θεμελιώδες χαρακτηριστικό: Post Exertional Malaise (PEM)
Κεντρικός πυρήνας της διάγνωσης αποτελεί το Post Exertional Malaise (PEM), το οποίο θεωρείται παθογνωμονικό χαρακτηριστικό της νόσου και διαφοροποιεί την Μ.Ε. από άλλες αιτίες χρόνιας κόπωσης (Carruthers et al., 2003; CDC; Committee on the Diagnostic Criteria for Myalgic Encephalomyelitis/Chronic Fatigue Syndrome). Ως PEM ορίζεται η επιδείνωση της συνολικής συμπτωματολογίας μετά από ελάχιστη σωματική, γνωστική ή συναισθηματική καταπόνηση (CDC; Carruthers et al., 2003). Χαρακτηρίζεται από:

  • καθυστερημένη έναρξη (εως και 12–72 ώρες μετά την επιβάρυνση) (CDC)
  • δυσανάλογη ένταση σε σχέση με το ερέθισμα (Carruthers et al., 2003)
  • παρατεταμένη διάρκεια επιδείνωσης – μπορεί να διαρκέσει από ώρες – ημέρες έως μήνες ή ακόμη και να καταστεί μόνιμη (CDC)

Μ.Ε ≠ Χρόνια Κόπωση
Η Μ.Ε. δεν ταυτίζεται με τη χρόνια κόπωση. Η “κόπωση” αποτελεί μη ειδικό σύμπτωμα που μπορεί να εμφανίζεται σε πλήθος άλλων καταστάσεων ή παθήσεων και δεν συνιστά, από μόνη της, διαγνωστική οντότητα (CDC; Committee on the Diagnostic Criteria for Myalgic Encephalomyelitis/Chronic Fatigue Syndrome).

Διαγνωστικά Κριτήρια

CCC (Canadian Consensus Criteria 2003)

Tα Canadian Consensus Criteria αποτελούν ένα εκτενές και αυστηρό διαγνωστικό πλαίσιο, το οποίο αναδεικνύει την Μ.Ε. ως πολυσυστηματική διαταραχή, με συμμετοχή πολλαπλών φυσιολογικών συστημάτων.

Για την διάγνωση της νόσου, σύμφωνα με τα CCC, απαιτείται η ταυτόχρονη παρουσία και των πέντε (5) κύριων κριτηρίων, καθώς και η παρουσία τουλάχιστον δύο (2) εκ των τριών (3) δευτερευόντων κριτηρίων.

ΚΥΡΙΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ (ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ)
1) PEM (Post Exertional Malaise)
Επιδείνωση της συνολικής συμπτωματολογίας μετά από ελάχιστη σωματική, γνωστική ή συναισθηματική καταπόνηση. Καθυστερημένη έναρξη (έως και 12–72 ώρες μετά την επιβάρυνση). Δυσανάλογη ένταση σε σχέση με το ερέθισμα. Παρατεταμένη διάρκεια επιδείνωσης – μπορεί να διαρκέσει από ώρες – ημέρες έως μήνες ή ακόμη και να καταστεί μόνιμη.

2) Παθολογική κόπωση
Επίμονη και ανεξήγητη, μη ανακουφιζόμενη με ανάπαυση, συνοδευόμενη από σημαντική μείωση της λειτουργικότητας.

3) Διαταραχές ύπνου
Ο ύπνος χαρακτηρίζεται από: διαταραγμένη δομή, μη αναζωογονητική ποιότητα.

4) Πόνος
Περιλαμβάνονται: μυαλγίες, αρθραλγίες, κεφαλαλγίες κ.ά.

5) Νευρολογικές / γνωστικές διαταραχές
Απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον των δύο (2) εκ των τριών (3): κινητικές και αισθητηριακές διαταραχές, προβλήματα βραχυπρόθεσμης μνήμης, γνωστικές διαταραχές .
ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ (≥ 2 από τα 3)
1) Διαταραχές του Αυτόνομου Νευρικού Συστήματος (ΑΝΣ)
Απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον ενός (1) εκ των τριών (3): ορθοστατική δυσανεξία, γαστρεντερικές διαταραχές, ουρολογικές διαταραχές

2) Νευροενδοκρινικές εκδηλώσεις
Απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον ενός (1) εκ των τεσσάρων (4): αναπνευστικές διαταραχές, καρδιαγγειακές διαταραχές, υπερευαισθησία στη θερμοκρασία, θερμορυθμιστική αστάθεια 

3) Ανοσολογικές εκδηλώσεις
Απαιτείται η παρουσία τουλάχιστον ενός (1) εκ των τριών (3): υποτροπιάζοντα συμπτώματα τύπου γρίπης, ευαισθησία σε λοιμώξεις, αλλεργικές αντιδράσεις (π.χ. τρόφιμα, χημικές ουσίες, κ.α.).

IOM / NAM (Institute Of Medicine / National Academy of Medicine – 2015)

Τα κριτήρια του Institute of Medicine / National Academy of Medicine (2015) αποτελούν το πλέον χρησιμοποιούμενο πλαίσιο στην κλινική πράξη, λόγω της σαφήνειας και της ευκολίας στη χρήση τους.

Για την διάγνωση της νόσου, σύμφωνα με τα ΙΟΜ / ΝΑΜ κριτήρια, απαιτείται η ταυτόχρονη παρουσία και των τριών (3) υποχρεωτικών κριτηρίων, καθώς και η παρουσία τουλάχιστον ενός (1) εκ των δύο (2) επιπρόσθετων κριτηρίων.

ΚΥΡΙΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ (ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ)
1) Σημαντική έκπτωση της λειτουργικότητας
Αφορά την εμφάνιση επίμονης, ανεξήγητης κόπωσης, η οποία:

α) είναι νεοεμφανιζόμενη ή έχει σαφή επιδείνωση σε σχέση με το προηγούμενο επίπεδο λειτουργικότητας
β) δεν οφείλεται σε συνεχή ή υπερβολική δραστηριότητα
γ) δεν ανακουφίζεται ουσιαστικά με την ανάπαυση

Η κόπωση αυτή συνοδεύεται από ουσιαστική μείωση της ικανότητας για καθημερινές δραστηριότητες, συμπεριλαμβανομένων της εργασίας, των σπουδών, της κοινωνικής ζωής και της αυτοεξυπηρέτησης.

2) Post exertional malaise (PEM)
Το PEM αποτελεί το κεντρικό παθογνωμονικό χαρακτηριστικό της νόσου. Πρόκειται για επιδείνωση της συνολικής συμπτωματολογίας μετά από δραστηριότητες που υπό φυσιολογικές συνθήκες θα θεωρούνταν ανεκτές. Οι δραστηριότητες αυτές μπορεί να είναι:
σωματικές (π.χ. περπάτημα, ορθοστασία), γνωστικές (π.χ. συγκέντρωση, διάβασμα), συναισθηματικές.
Το PEM δεν αφορά απλή «κόπωση», αλλά μια συστηματική απορρύθμιση με επιδείνωση πολλαπλών συμπτωμάτων (νευρολογικών, ανοσολογικών, αυτόνομων).

3) Μη αναζωογονητικός ύπνος
Παρά την επαρκή διάρκεια ύπνου, οι ασθενείς δεν βιώνουν αίσθηση ξεκούρασης. Ο ύπνος χαρακτηρίζεται ως μη αποκαταστατικός και συχνά διαταραγμένος (αφυπνίσεις, επιφανειακός ύπνος), με αποτέλεσμα να συμβάλλει σημαντικά στη συνολική επιδείνωση της λειτουργικότητας των ασθενών.
ΕΠΙΠΡΟΣΘΕΤΑ ΚΡΙΤΗΡΙΑ (≥ 1 από τα 2)
1) Γνωστική δυσλειτουργία
Συχνά περιγράφεται από τους ασθενείς ως “ομίχλη εγκεφάλου” (“brain fog”) και μπορεί να επιδεινώνεται μετά από καταπόνηση, παρατεταμένη ορθοστασία, στρες, χρονική πίεση, κ.α. Μπορεί να επηρεάσει σημαντικά την ικανότητα του ασθενούς να εργάζεται ή να ανταποκρίνεται πλήρως στις εκπαιδευτικές του υποχρεώσεις. Περιλαμβάνει:
α) δυσκολία συγκέντρωσης και προσοχής
β) διαταραχές μνήμης (ιδίως βραχυπρόθεσμης)
γ) επιβράδυνση της επεξεργασίας πληροφοριών
δ) διαταραχές εκτελεστικών λειτουργιών
ε) διαταραχές προσοχής και ψυχοκινητικής λειτουργίας 

2) Ορθοστατική δυσανεξία
Αφορά την επιδείνωση των συμπτωμάτων κατά την ανάληψη και  διατήρηση όρθιας θέσης, η οποία τεκμηριώνεται με διαταραχές της καρδιακής συχνότητας ή/και της αρτηριακής πίεσης κατά την ορθοστασία (π.χ. bedside μετρήσεις, tilt table test). Η διαταραχή αυτή οφείλεται σε δυσλειτουργία του Αυτόνομου Νευρικού Συστήματος (ΑΝΣ) και συχνά σχετίζεται με σύνδρομα δυσαυτονομίας (π.χ. POTS). Περιλαμβάνει:
α) ζάλη ή αίσθημα λιποθυμίας
β) συγκοπή
γ) αυξημένη κόπωση
δ) επιδείνωση γνωστικής λειτουργίας
ε) κεφαλαλγία
στ) ναυτία
Τα συμπτώματα επιδεινώνονται σε όρθια θέση (ή και σε καθιστή) και βελτιώνονται με την κατάκλιση (χωρίς απαραίτητα πλήρη υποχώρηση. Η ορθοστατική δυσανεξία αποτελεί συχνά μία από τις πιο επιβαρυντικές εκδηλώσεις της νόσου, ιδιαίτερα σε εφήβους

Τα συμπτώματα πρέπει:

  • να διαρκούν ≥6 μήνες (στους ενήλικες) 
  • να είναι παρόντα ≥50% του χρόνου
  • να έχουν μέτρια έως σοβαρή ένταση

Οι εργαστηριακές και παρακλινικές εξετάσεις έχουν υποστηρικτικό ρόλο και χρησιμοποιούνται για τον αποκλεισμό άλλων νοσημάτων και την αναγνώριση συννοσηροτήτων, και όχι για την επιβεβαίωση της διάγνωσης, καθώς δεν υφίσταται προς το παρόν ειδικός διαγνωστικός βιοδείκτης (CDC; Committee on the Diagnostic Criteria for Myalgic Encephalomyelitis/Chronic Fatigue Syndrome; Carruthers et al., 2003).